AChecker validation success

Κάστρα
Δήμος Μεσσήνης

Κάστρο Ανδρούσας

Το Κάστρο βρίσκεται στα δυτικά της μεσσηνιακής πεδιάδας απέναντι από την Ιθώμη. Αποτελεί στην πραγματικότητα έναν οχυρωμένο οικισμό, όπως και το Κάστρο της Καλαμάτας. Η γεωγραφική του θέση, ένα επίπεδο πλάτωμα, δεν έχει οχυρό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί καίριο σημείο γι την επίβλεψη και τον έλεγχο της εύφορης πεδιάδας. Υπήρξε το κέντρο της δεύτερης φράγκικης καστελανίας, το δεύτερο μετά τη Γλαρέντζα δικαστικό κέντρο εκείνης της εποχής. Ο Μίλερ αναφέρει την Ανδρούσα ως πρωτεύουσα της φράγκικης ηγεμονίας πριν την κατάληψή της από την Εταιρεία των Ναββαραίων. Κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Ιωάννη, φαίνεται ότι ο τελευταίος κυρίεψε το Κάστρο και πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών. Αργότερα, η Ανδρούσα μαζί με τα κάστρα της Καλαμάτας, του Νησιού και της Ιθώμης, πέρασε στην κυριότητα και του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, κατόπιν της μεταβίβασης της από τον αδερφό του Θεόδωρο.

Το πρώτο-συναντάμε στο Χρονικό του Μορέως, όπου μνημονεύεται ως έδρα του στρατιωτικού διοικητή, με αφορμή τα γεγονότα με τους Σλάβους της Γιάννιτσας το 1292-1293 και την επανάσταση των Σκορτών το 1304.

Είναι πολύ πιθανό να κατασκευάσθηκε από τον ίδιο τον Γουλιέλμο, καθώς η θέση του προσφέρει εποπτεία όχι μόνο επί του κάμπου, αλλά του ίδιου του Κάστρου της Καλαμάτας. Μελετητές αναφέρουν για την κατασκευή του γενικότερα ότι χτίσθηκε από τους Βιλλεαρδουίνους, ενώ άλλοι κατηγορηματικά αναφέρουν ότι έχει κατασκευασθεί αποκλειστικά από Φράγκους, χωρίς περαιτέρω αναγωγές. Στα 1448, την Ανδρούσα επισκέπτεται ο αρχαιόφιλος Κυριάκος της Αγκόνα, κατόπιν ταξιδιών του σε Αθήνα και Μυστρά και πριν το ταξίδι του στην Κορώνη.

Η χάραξη του Κάστρου ακολουθεί τη μορφολογία του εδάφους διαμορφώνοντας ένα περίπου τραπεζιόσχημο οχυρωματικό περίβολο. Τα σωζόμενα τείχη αποτελούν μέρος μόνον της αρχικής οχύρωσης, η οποία εκτεινόταν κατά προσέγγιση σε 20 στρέμματα. Αυτή η λεπτομέρεια είναι και η βασική της διαφορά με άλλους οχυρωμένους οικισμούς όπως η Καλαμάτα και η Αρκαδία, καθώς φαίνεται ότι σχεδιάστηκε εξ αρχής με μεγάλη έκταση και ιδιαίτερα φροντισμένες οχυρώσεις. Το τείχος είναι κατακόρυφο, δεν ξεπερνά σε πάχος το ένα μέτρο, ενώ διαθέτει μια ζώνη άμυνας με επάλξεις και περίδρομο, ο οποίος εδράζεται σε τυφλές οξυκόρυφες καμάρες, οχυρωματική τεχνική που είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Το τείχος ενισχύεται ανά τακτά διαστήματα με πύργους διαφόρων σχημάτων, από τους οποίους σώζονται ένας κυκλικός, δυο τετράπλευροι, ένας πεντάπλευρος και στους οποίους σώζονται τοξοθυρίδες στον τύπο της απλής κάθετης σχισμής.

Κάστρο Λατζουνάτου (Σαφλαούρο)

Γνωστό και ως Κάστρο Λαντζουνάτου ή Παλιόκαστρο. Δεσπόζει σε στρατηγικό σημείο που επιτρέπει την εποπτεία της μεσσηνιακής πεδιάδας και των βουνών της Αρκαδίας και της Τριφυλίας. Στις πηγές αναφέρεται ως Salauro vei S. Lauro ή Chateau S. Lauro. Η εποχή ίδρυσής του είναι αρκετά προβληματική. Μάλλον πρέπει να χρονολογηθεί στο τέλος του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα. Το 1428 ανήκε στις κτήσεις του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, ενώ το 1463 βρίσκεται υπό ενετική κατοχή.

Το σχήμα του είναι ορθογώνιο και αποτελείται από έναν περίβολο στα δυτικά και στα νότια του οποίου αναλημματικοί τοίχοι διαμορφώνουν πολλαπλά επίπεδα. Στα νοτιοδυτικά βρίσκεται η πύλη εισόδου, η οποία πλαισιώνεται από δυο συμμετρικούς πύργους. Στο εσωτερικό του περίβολου σώζεται επιβλητικό διώροφο καμαροσκέπαστο κτίσμα, που πιθανόν διαιρείται σε αίθουσες. Τρία ανοίγματα του δυτικού τοίχου φέρουν οπές για κάγκελα, γεγονός που υποδηλώνει τη χρήση του ως φυλακής σε άγνωστη εποχή.

Από τον κατάλογο φέουδων του Μορέως του 1377 που αναφέρεται στη βασίλισσα της Νάπολης Giovanna I (πριγκίπισσα της Αχαΐας από το 1370 έως το 1373), αναφέρεται ως φέουδο του Sancto Salvatore. Ως μέρος των κτήσεως της στην Πελοπόννησο το 1376 έως και το 1381 το κάστρο περνάει υπό καθεστώς ενεχυρίας στο τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών. Ως φράγκικο φέουδο αναφέρεται και στον κατάλογο του 1391 που συντάχθηκε για τον Πρίγκιπα Amedeo της Σαβοϊας. Το 1463 το Κάστρο καταλαμβάνεται από τους Ενετούς, την ίδια χρονιά που περνάει υπό τουρκική κατοχή το Κάστρο της Καλαμάτας. Το 1467 ως ερειπωμένο και κατεστραμμένο περνάει στα χέρια των Τούρκων.

Κάστρο Νησιού (Μεσσήνης)

Πιθανολογείται ότι το Κάστρο βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Πανηγυρίστρας στην Μεσσήνη, καθώς σε δημοσίευμα της εφημερίδας Σημαία (18.11.1932) αναφέρεται, από τον καθηγητή Ευστάθιο Σταθόπουλο, ότι «εντός του ύψους του εδάφους και των κάτω αυτού λιμναζόντων ακόμη υδάτων διακρίνει κανείς τα ερείπια παλαιού ενετικού φρουρίου».

Σε προγενέστερες πηγές το Κάστρο του Νησιού αναφέρεται από τα μέλη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής το 1829, ως «ένα κάστρο με όψη φεουδαρχική υπήρξε στο Νησί, αλλά δεν έμεναν πια παρά μόνον χαλάσματα ακόμα αρκετά ψηλά και κομμάτια από πυργίσκους μέσα στις τρύπες των οποίων φώλιαζαν μικρά αρπακτικά πουλιά».

Τέσσερα χρόνια νωρίτερα σε αφήγηση Ιταλού αξιωματικού από το επιτελείο του Ιμπραήμ αναφορικά με τις δράσεις του 17ου Συντάγματος Ιππικού, όπου στις 4 Ιουνίου 1825 μετά από αρπαγή δεκάδων χιλιάδων ζώων επέστρεψε στο Νησί, στο Κάστρο της πεδιάδας. Ο Εβλιά Τσελεμπί στο Οδοιπορικό του στην Ελλάδα (1668-1671) δεν αναφέρεται σε κάστρο στο Νησί.

Το Κάστρο του Νησιού όμως αναφέρεται ως κατοικία της Ισαβέλας, ενώ σε γαλλικό χρονικό υπάρχει αναφορά για το Νησί και το Κάστρο του ως «ηβητήρια», τόποι δηλαδή ευχάριστης διαμονής για τους Φράγκους. Ως τον τόπο που επέλεξε να κατοικήσει μετά τον θανάτο του Φλωρεντίου, το 1297, η Ισαβέλα αναφέρει το Κάστρο του Νησιού ο Μίλερ (1990:241).

Στους τοπωνυμικούς κατάλογους των Βενετσιάνικων πολέμων το Κάστρο της Λιλα (Lilla/L’ Isle) το 1417 εμφανίζεται ερειπωμένο.

Κάστρο Βουλκάνου

Η ακριβής τοποθεσία του Κάστρου δεν είναι γνωστή. Μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι βρισκόταν στους πρόποδες της Ιθώμης, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το μοναστήρι του Βουλκάνου και όπου κανένα ερείπιο κάστρου δεν διασώζεται. Άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι το Κάστρο ήταν σε ένα μέρος από το αρχαίο Κάστρο της Ιθώμης, χωρίς όμως να είναι γνωστό εάν υπάρχουν μεσαιωνικά ερείπια. Υπάρχουν όμως γραπτές πηγές που αναφέρουν το Κάστρο του Βουλκάνου στα 1356-1358, όταν πλέον αυτό έχει περιέλθει στον Νικόλα Αντζαγιόλι, Φλωρεντινό τραπεζίτη που ξεκίνησε τη δική του δυναστεία στην Πελοπόννησο. Με το θάνατό του, μέσω διαθήκης, το Κάστρο περνάει στην κυριότητα του θετού υιού και ανιψιού του, Άγγελο ή Νέριο Αντζαγιόλι, ο οποίος είναι Αρχιεπίσκοπος Πατρών.

Μεταγενέστερα, γύρω στα 1390, η ιδιοκτησία του Κάστρου πρέπει να έχει περιέλθει στους Ναββαραίους, που κατέλαβαν όλη την περιοχή της Μεσσηνίας και έκαναν πρωτεύουσα την γειτονική Ανδρούσα.

Μέσα από διαδοχικές καταλήψεις του Κάστρου από Φράγκους και τους Παλαιολόγους, το Κάστρο καταλήφθηκε στα 1454, από τον Τουραχάν, στρατηγό του Μωάμεθ του Β. Είναι η εποχή που οι Τούρκοι, κατόπιν προσκλήσεως του Δημητρίου Παλαιολόγου κατέβηκαν στην Πελοπόννησο για να πολεμήσουν με τους Αρβανίτες που είχαν επαναστατήσει και πολιορκούσαν τον Μυστρά και την Πάτρα. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο Τουραχάν έφθασε ως την Ιθώμη τον Οκτώβρη του 1452 λεηλατώντας και πιάνοντας αιχμαλώτους. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι ο Τουραχάν συμμετείχε μαζί με τον Θωμά στην άλωση της Ιθώμης και του Αετού, με τον όρο πώς θα διατηρήσει τις κτήσεις που είχε καταλάβει και τα ζώα που είχε αρπάξει.

Κατάλυμα «hospicium de Voulcano” στο Βουλκάνο, αναφέρεται και σε άλλες πηγές.

Έκτοτε φαίνεται πώς έπαψε να χρησιμοποιείται και αφού ερειπώθηκε, εξαφανίσθηκε. Ίσως από τα ερείπιά του να έγινε το σημερινό Μοναστήρι του Βουρκάνου.